Τινάξου στη ζωή, αγόρι μου.
Τι κάθεσαι και πληκτρολογείς με τις ώρες την ύπαρξή σου;

"Το τετράδιο της Αλκυόνης"

Δευτέρα 31 Οκτωβρίου 2011

Παροξυσμός

(ο) ουσ. [< αρχ. παροξυσμός < παροξύνω] ερεθισμός, έξαψη // απότομη επίταση των συμπτωμάτων νοσηρής καταστάσεως // (ιατρ.) παροδική νευρική κρίση

Δεν υπάρχουν σχόλια: