-ή, -ό επίθ. [<μτγν. θελκτικός < θέλγω] (Κ -ή, -όν) που θέλγει, γοητευτικός : θελκτικό χαμόγελο
Συνών. χαριτωμένος, μαγευτικός, σαγηνευτικός
Αντίθ. άχαρος, απωθητικός, αποκρουστικός
Συνών. χαριτωμένος, μαγευτικός, σαγηνευτικός
Αντίθ. άχαρος, απωθητικός, αποκρουστικός
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου