Τινάξου στη ζωή, αγόρι μου.
Τι κάθεσαι και πληκτρολογείς με τις ώρες την ύπαρξή σου;

"Το τετράδιο της Αλκυόνης"

Τρίτη 8 Νοεμβρίου 2011

Θελκτικός

-ή, -ό  επίθ. [<μτγν. θελκτικός < θέλγω] (Κ -ή, -όν) που θέλγει, γοητευτικός : θελκτικό χαμόγελο
Συνών. χαριτωμένος, μαγευτικός, σαγηνευτικός
Αντίθ. άχαρος, απωθητικός, αποκρουστικός

Δεν υπάρχουν σχόλια: