Τινάξου στη ζωή, αγόρι μου.
Τι κάθεσαι και πληκτρολογείς με τις ώρες την ύπαρξή σου;

"Το τετράδιο της Αλκυόνης"

Δευτέρα 21 Νοεμβρίου 2011

Διάλεκτος

(η) ουσ. [< αρχ. διάλεκτος < διαλέγομαι] το γλωσσικό ιδίωμα ενός τόπου στο χώρο μιας εθνικής γλώσσας // γλώσσα συνθηματική: η διάλεκτος των κακοποιών

Δεν υπάρχουν σχόλια: